WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| identity n | (who [sb] is) | ταυτότητα ουσ θηλ |
| | You will need to prove your identity before you cash the cheque. |
| | Θα χρειαστεί να αποδείξεις την ταυτότητά σου πριν εξαργυρώσεις την επιταγή. |
| identity n | (person: character, self) | ταυτότητα ουσ θηλ |
| | He was questioning his own identity. |
| | Αμφισβητούσε την ίδια του την ταυτότητα. |
| identity n | (thing: character, nature) | ταυτότητα ουσ θηλ |
| | Each plant has an identity of its own. |
| | The Venus de Milo has kept its unique identity, despite the loss of its arms. |
| | Κάθε φυτό έχει δική του ταυτότητα. // Η Αφροδίτη της Μήλου κράτησε την ταυτότητά της παρά την απώλεια των χεριών της. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| identity n | uncountable (exact likeness) | απόλυτη ομοιότητα, απίστευτη ομοιότητα, εντυπωσιακή ομοιότητα περίφρ |
| | (επίσημο) | ταυτοσημία ουσ θηλ |
| | The identity of their facial features is quite remarkable. |
| identity n | (mathematics) (μαθηματικά: εξισώσεις) | ταυτότητα ουσ θηλ |
| | I need to remember these identities for the trigonometry test. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: